Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρδιακός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: καρδιακός Προφορά: καρδιακός
  1. καρδιακός, γενναίος, θαρραλέος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άδισσας (καρδιακός)
    Σαντάς (γενναίος, θαρραλέος)

    Παραδείγματα:
    1) Ο Φώτ’ς είχͮεν το Θόδωρον καρδιακόν φίλον. (καρδιακός)
    2) Εγώ οντάν έμ’ μικρός, έμ’ και πολλά καρδιακός. (γενναίος, θαρραλέος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια