Παράδειγμα: Έλα, Χάρε μ’, ευτάς εσύ αοίκ’ αγνά δουλείας.
Προέλευση: από το αττικόν αγνώς, "Αγνώς προς αγνώτ' είπε- Αισχύλου: Χοηφόροι 677"
Παράδειγμα: Πολλά αγνός είσαι. (είσαι πολύ παράξενος)
Παράδειγμα: Αγνός παιδάς!
Αρσενικό: Ενικός: αγνός Πληθυντικός: αγνά
Θηλυκό: Ενικός: αγνέσσα Πληθυντικός: αγνοί
Ουδέτερο: Ενικός: αγνόν Πληθυντικός: αγνά