Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγνός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αγνός Προφορά: αγνός
  1. παράξενος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Έλα, Χάρε μ’, ευτάς εσύ αοίκ’ αγνά δουλείας.

  2. παράξενος, ασυνήθιστος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. παράξενος, περίεργος, ακατανόητος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικόν αγνώς, "Αγνώς προς αγνώτ' είπε- Αισχύλου: Χοηφόροι 677"

    Παράδειγμα:
    Πολλά αγνός είσαι. (είσαι πολύ παράξενος)

  4. περίεργος, παράξενος υπερβολικά έντιμος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Παράδειγμα:
    Αγνός παιδάς!

Παρατηρήσεις - Σχόλια