Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγνάρ (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγνάρ , 2. αγνά̤ρ Προφορά: αγνεάρ
  1. αγνό, σπάνιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Ετοίμασεν ήντιαν αγνά̤ρ’ είχͮεν σο χωρίον.

  2. ότι εκλεκτό και σπάνιο φαγώσιμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ορεκτικό πικάντικο έδεσμα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια