Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

έγνεφος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: έγνεφος Προφορά: έγνεφος
  1. ξυπνητός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Οντάν έρθες ογώ έγνεφα έμ’.

    Επίρρημα:
    έγνεφα

    Βλ. λ. άγνεφος

  2. ξυπνητός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. ξύπνιος, ξυπνητός Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια