Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγνατουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αγνατουρεύω Προφορά: αγνατουρεύω
  1. δίνω να καταλάβει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Απ’ αδά κι απ’ ακεί εγνατούρεψεν ατον.

  2. κατατοπίζω, πείθω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. εξηγώ δίνω σε κάποιον να καταλάβει Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια