Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καταρράχτης (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καταρράχτης Προφορά: καταρράχτης
  1. καταρράκτης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    άνοιγμα τετράγωνο επάνω στο στάβλο, για να επικοινωνούν με αυτόν τη νύχτα και για να κλείσουν το στάβλο από μέσα το βράδυ. Είχε σκέπασμα ξύλινο

    Παραδείγματα:
    1) Έρπαξεν τον Πανίκαν εκρέμ’σεν ας σην καταρράχτεν.
    2) Αδά γκρεμός κι εκεί γκρεμός ση μέσην καταρράχτες.
    3) Εκρέμ’σαν ατον ας ση μοναστηρί’ τον καταρράχτην. (καταρράχτης, Ιδίωμα: Οινόης, Σαντάς)
    4) Καταρράχτε μ’, χαμέλυνον και ποίσον με στρατόπον. (καταρράχτης, Ιδίωμα: Οινόης, Σαντάς)

Παρατηρήσεις - Σχόλια