Ερμηνεία: περνώ την ώρα
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη eğlenmek
Παράδειγμα: Τερούμε τα λυκούδα̤ (εικόνες) και αγλα̤νεύκουμες.
Ενεστώτας: αγλα̤νεύκουμαι Παρατατικός: εγλα̤νεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα αγλα̤νεύκουμαι Αόριστος: εγλα̤νεύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.