Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βουρτουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βουρτουρεύω Προφορά: βουρτουρεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    βάλλω κάποιον να σκοτώνει

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Εβουρτούρεψαν τον κλέφτην.

    Παράγωγο:
    βουρτούρεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια