Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βουρουλεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βουρουλεύκουμαι Προφορά: βουρουλεύκουμαι
  1. χτυπιέμαι απο έρωτα, σφαίραν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη βουρουλμάκ

    Παράδειγμα:
    1) Σ' έναν κορίτσ' πανέμορφον είμαι βουρουλεμένος.
    2) Ναϊλί που βουρουλεύκεται πάντα θα υποφέρει.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    ερωτεύομαι πολύ

Παρατηρήσεις - Σχόλια