Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγκούνι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγκούνι , 2. αγκούνιν Προφορά: αγκούνι
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    πανί παιδιού

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Η τσελία (γλάρος) επήρε τ’ αγκούνα̤ του.

Παρατηρήσεις - Σχόλια