Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λεφτοκαροτσέπλ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. λεφτοκαροτσέπλ' , 2. λεφτοκαροτσ̌έπλ'
Προφορά: λεφτοκαροτσέπλ
τσόφλι του λεφτοκαριού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σταυρί
Παράδειγμα:
Επροζύμωσα σο λεφτοκαροτσέπλιν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια