λεφτοκάρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λεφτοκάρ'
Προφορά: λεφτοκάρ
-
λεπτοκάρυο, φουντούκι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
η φουντουκιά και ο καρπός της
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
φουντούκι
ο καρπός και το δέντρο λεφτοκαρυά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
λεπτοκάρυον, φουντούκι
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου