1) καλύπτρα που τελευταία αντικαταστάθηκε από το τρεμόν, ύφασμα μεταξωτό ή δικτυωτό με το οποίο η νύφη ήταν καμαρωμένη, σκεπασμένη ώς την ώρα που ο παπάς στα παλιά χρόνια και ο κουμπάρος στα τελευταία την εκαμάρωνε δηλ. αφαιρούσε το καμαρωτήρι. Έφερε χρυσά νήματα, τρέμουσες
2) φακιόλι γυναικών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)