Ενεστώτας: γαστρούμαι Παρατατικός: εγαστρούμ'νε Μέλλοντας: θα γαστρούμαι Αόριστος: εγαστρώθα
(πβ. Καρτέλα κλίσης ρημάτων, πχ. γομούμαι)
Σχόλιο: Εύχρηστο στο γ' πρόσωπο (γαστρούται / γαστρούνταν)