-
λαχανιάζω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
λαχανιάζω, ασθμαίνω
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ξεφυσώ, λαχανιάζω
φουσκώνω και ξεφουσκώνω (για τα βοειδή όταν κουράζονται ή ζεσταίνονται υπερβολικά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
λαχανιάζω, ασθμαίνω
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου