Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ὄρεξις
Ιδίωμα: Οινόης
Παραδείγματα: 1) Επουλάσ̌εψανε να τρώνε τα πίτες με την όροξη. 2) Όροξην ’κ’ έχομε να χάνουμε τα πράγματα μουνα.
Ενικός: Πληθυντικός: