Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαφρύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαφρύνω Προφορά: λαφρύνω
  1. ξαλαφρώνω γίνομαι πιό λαφρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εστεγνώθαν τα λώματα μ’ κι ελάφρυναν.
    2) Κορ’, πε με το μυστικό σ’ να λαφρύν’ το καρδόπο σ’.

  2. ελαφρύνω, γαληνεύω, ημερεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια