Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λασκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λασ̌κίζω Προφορά: λασκίζω
  1. οδηγώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    συνοδεύω σε περίπατο

    Χρήση από:
    Χ. Παπαδάκης

    Παράδειγμα:
    Ερίφ’ς ελάσ̌κιξεν τον βασιλέαν σ’ οτάδες.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    κάνω κάποιον βόλτες

  3. κάνω βόλτες με κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια