Προέλευση: από το ρήμα ιλαρώ = κάνω κάποιον χαρούμενο
Παράδειγμα: Θ' ευρήκω σε 'γώ δα̤τρικόν, να πίντς και να λαρούσαι.
Επιπλέον Ερμηνεία: κάνω κάποιον καλά
παθητική λαρούμαι (ιλαρούμαι = θεραπεύομαι
Ενεστώτας: λαρώνω Παρατατικός: ελάρωνα Μέλλοντας: θα λαρώνω Αόριστος: ελάρωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.