Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

όρνεα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. όρνεα , 2. όρνα̤ Προφορά: όρνεα
  1. όρνεα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Όλα τα όρνεα φοβερίζ’, τ’ όρνεα και τα ραχͮία.
    2) Εποίκεν τ’ όρνα̤ συφάι και τα θερά̤ παρέβγαν. (από αδιαφορία έπαθες μεγάλη ζημιά, Ιδίωμα: Σταυρί)
    3) Όλα̤ τ’ όρνα̤ ση μονήν κι ο χόχορον σην βοσκήν. (λέγεται για εκείνον που κάνει το αντίθετο εκείνου που κάνει ο κόσμος)
    4) μεγάλα αρπακτικά πουλιά

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ὄρνεον

Παρατηρήσεις - Σχόλια