Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαντακίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαντακίζω Προφορά: λαντακίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    καίομαι με μεγάλη φλόγα

    Παράδειγμα:
    Αέρα εμουρδούλιζεν και τα ξύλα ελαντάκιζαν.

  2. φλέγομαι, φεγγοβολώ καίγομαι με ορμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια