Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαγιάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαγιάτ' Προφορά: χαγιάτ
  1. το πρώτο από της εισόδου δωμάτιο, είδος χωλ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. σκέπαστρο πριν από το σπίτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια