Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λάμνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λάμνω Προφορά: λάμνω
  1. προωθώ, πορεύομαι, οργώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) θέτω σε κίνηση
    2) παρελαύνω (παρέλαση)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ελαύνω

    Παράδειγμα:
    Ακρίτας όντες έλαμνεν σήν παραποταμέαν. (οργώνω, Ποιητικό)

  2. δουλεύω, εργάζομαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κωπηλατώ οργώνω το χωράφι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλια:

    παθητική λάμκουμαι=οργώνομαι

    Προέλευση:
    ελαύνω

  4. σκάβω, οργώνω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια