Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγιασιλάευτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αγιασ̌ιλά̤ευτος Προφορά: αγασιλεάευτος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εκείνος που δεν πρασίνισε

    Προέλευση:
    τουρκική, από στερητικό α και το τουρκικό yeşermek (πρασινίζω)< yeşil (πράσινο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια