Ερμηνεία: εκείνος που δεν πρασίνισε
Προέλευση: τουρκική, από στερητικό α και το τουρκικό yeşermek (πρασινίζω)< yeşil (πράσινο)
Αρσενικό Ενικός: ο αγιασ̌ιλά̤ευτος Πληθυντικός: οι αγιασ̌ιλά̤ευτοι
Θηλυκό Ενικός: η αγιασ̌ιλά̤ευτος Πληθυντικός: οι αγιασ̌ιλά̤ευτοι
Ουδέτερο Ενικός: το αγιασ̌ιλά̤ευτον Πληθυντικός: τα αγιασ̌ιλά̤ευτα