-
1) μαχαιράκι και μάλιστα όχι κοφτερό
2) ο σωρός των σιτηρών μετά το λίχνισμα (Ιδίωμα: Σταυρί)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το έλασμα του μαχαιριού
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
έλασμα μαχαιριού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης