Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαλία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λαλία Προφορά: λαλία
  1. φωνή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Στόμαν έχͮ' και λαλίαν 'κ' έχͮ'.

  2. φωνή, κραυγή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ομιλία, φωνή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. λαλία, ομιλία, ο ήχος της λαλιάς Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Από τον περί-φημο χρησμό του Μαντείου των Δελφών προς τον Ιουλιανό, τον ελληνολάτρη αυτοκράτορα του Βυζαντίου (330-363 μ.Χ.):

    «...εἴπατε τῷ Βασιλεῖ χαμαί πέσε δαίδαλος αὐτά· οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην οὐ μάντιδα δάφνην οὐ παγαν λαλέουσαν. ̓Απέσβετο καὶ λάλον ύδωρ...»

Παρατηρήσεις - Σχόλια