Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαλασεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαλαχͮεύω Προφορά: λαλασεύω
  1. παραχαϊδεύω, κακοσυνηθίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Πολλά μη λαλαχͮεύ’ς το χάταλον.
    2) Η μάνα μ’ λαλαχͮεμέντς είχͮε μας.

  2. χαιδεύω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  3. χαϊδολογάω, καλοπιάνω συμπεριφέρομαι στοργικά προς κάποιον Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια