Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λακίν (το) [Σύνδεσμος]

Γραφή στην Ποντιακή: λακίν Προφορά: λακίν
  1. αλλά, όμως Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

    Χρήση από:
    Σαλτσή

    Παραδείγματα:
    1) Δύο ημέρες πριν έκανε να πούγ' ατο (να το κάμω), λακίν 'κ' επόρεσα.
    2) Έτον κοντός, λακίν νουν και προκοπήν είχͮεν πολλά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια