Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγιαζλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αγιαζλαεύω Προφορά: αγεαζλαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάνει ξαστεριά με ψύχρα

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη ayaz (παγετός)

    Παράγωγο:
    αγιαζλάεμαν

    Παράδειγμα:
    Εφύσεσεν και απόψ' θ' αγιαζλαεύ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια