Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βορρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βορρίζω , 2. βορίζω Προφορά: βορρίζω
  1. αερίζω, δροσίζω, λιχνίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) πνέει βόρειος άνεμος (απρόσωπο - βορρίζ')
    2) Εφύσεσεν αέρας 'κ' εβορίγαμε. (αερίζω, δροσίζω)
    3) Εβορρίστεν η γέρα μ'. (παύω να είμαι ερεθισμένος)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό βορέας

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια