Προέλευση: από παλαιό ουσιαστικό βελόνιον, υποκοριστικό του αρχαίου ουσιαστικού βελόνη
Παράδειγμα: Με τα ψιλά τα βολόνια θ' αραεύ' με.
Ενικός: βολόνιν / βολόν' Πληθυντικός: βολόνα̤