Προέλευση: από το ουσιαστικό βολίς
Παράδειγμα: 1) Πατώ και 'κι βολίζω και τον κόσμον 'κ' εγνωρίζω. 2) Εβόλτσεν τ' ομμάτ'ν ατ'.
Ενεστώτας: βολίζω Παρατατικός: εβόλιζα Μέλλοντας: θα βολίζω Αόριστος: εβόλισα / εβόλ'σα / εβόλτσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.