Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βοετός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βοετός Προφορά: βοετός
  1. βουητό, βοή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ρήμα βοώ

    Παράδειγμα:
    Εσκέπασαν τη ποταμί' τον βοετόν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια