Προέλευση:
από το αρχαίο επίρρημα εγγύς
Παραδείγματα:
1) Ατώρα έγγεψα τ' όνομα σ' κι έρθες κι εσύ. (αναφέρω)
2) Οντάν αγγεύω το μετσ̌ίτ', αναστενάζ’ η κάρδα̤ μ’. (αναφέρω)
3) Αν έγγεψεν ο ποντικόν, αγγεύει και ο κλέφτες. (προοδεύω, ευτυχώ)
Αόριστος:
έγγεψα