Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λιθαρέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λιθαρέα Προφορά: λιθαρέα
  1. πετριά χτύπημα με πέτρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Ναϊλί εκείνον π’ έφαεν εγάπης λιθαρέαν.

  2. πετριά χτύπημα με πέτρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια