Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κυττάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κυττάρ' , 2. κυτάρ Προφορά: κυττάρ
  1. 1) το λοφίο της κότας, το λειρί του κόκορα (Ιδίωμα: Σαντάς) 2) η κλειτορίδα του γυναικείου αιδοίου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό κύτταρος = το ανδρικό μόριο

  2. το ανδρικόν μόριο του πετεινού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    κύτταρ(ιον)

Παρατηρήσεις - Σχόλια