Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανατριχώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ανατριχͮώ Προφορά: ανατρισώ
  1. ανατριχιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ανάσμα̤ σ' κρύον άμον χͮ ο̤ν' ν' ανατριχͮ ώ ευτάει με.

  2. ανατριχιάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ανατριχιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια