Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λικρανίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. λικρανίζω , 2. λικρανίζω
πεινώ πολύ
Πηγή:
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
λιμαγκουρίζω
λιμάζω
λιμαινιάουμαι
λιμάχουμαι
Ιδιωματική Εκδοχή
λιγκουρνεάζω
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.
Παρατηρήσεις - Σχόλια