Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λικρανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. λικρανίζω , 2. λικρανίζω
  1. πεινώ πολύ Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια