Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό χαμαιάκτη
Παραδείγματα:
1) Λεβόρα̤ έστρωναν σο τσ̌άγ’ οντάν εποίναν κανέναν χουλίεση.
2) Πικρός σαν το λεβόρ'.
Ομόρριζο - Παράγωγο:
λεβορέα (η μυρωδιά της κουφοξυλιάς)
προέλευση:
αρχαίο ελλέβορος
1. Προέλευση:
από το αρχαίο ελλέβορος.
2. Σχόλια:
Είδος πικροδάφνης που έχει πατρίδα της τον Πόντο και της οποίας η γύρη των λουλουδιών δεν είναι η πρέπουσα τροφή στις μέλισσες γιατί δίνει μέλι πικρό.
Γενική: τοι λεβορί'
Αιτιατική: το λεβόρ'
3. Αναφορά:
πρός ελλεβόρους τοίσοι... μη καθαιρόμενοισοι (Ιπποκράτους <<Περί Διαίτης>>)