Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λεβόρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λεβόρ' Προφορά: λεβόρ
  1. κουφοξυλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό χαμαιάκτη

    Παραδείγματα:
    1) Λεβόρα̤ έστρωναν σο τσ̌άγ’ οντάν εποίναν κανέναν χουλίεση.
    2) Πικρός σαν το λεβόρ'.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    λεβορέα (η μυρωδιά της κουφοξυλιάς)

  2. το φυτό ελλέβορος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. σκάρφη το φυτό ελλάβορος, πόα με δυσσάρεστη οσμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    προέλευση:
    αρχαίο ελλέβορος

  4. πικροδάφνη Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  5. είδος πικροδάφνης Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αρχαίο ελλέβορος.

    2. Σχόλια:
    Είδος πικροδάφνης που έχει πατρίδα της τον Πόντο και της οποίας η γύρη των λουλουδιών δεν είναι η πρέπουσα τροφή στις μέλισσες γιατί δίνει μέλι πικρό.
    Γενική: τοι λεβορί'
    Αιτιατική: το λεβόρ'

    3. Αναφορά:
    πρός ελλεβόρους τοίσοι... μη καθαιρόμενοισοι (Ιπποκράτους <<Περί Διαίτης>>)

Παρατηρήσεις - Σχόλια