Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λημερίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λημερίζω Προφορά: λημερίζω
  1. μένω όλη μέρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Να παίρ’(τ)σε ντο κρού͜ει και ’κί λημερίζ’ (πανούκλα).

  2. περνώ όλη την μέρα μου κάπου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια