Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Εσύ μετ’ εμέν ’κ’ επορείς να ινατλασ̌εύκεσαι.
Ενεστώτας: ινατλασ̌εύκουμαι Παρατατικός: ινατλασ̌εύκουμ'νε Μέλλοντας: θα ινατλασ̌εύκουμαι Αόριστος: ινατλασ̌εύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.