Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιμανσούζ (ο, το) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ιμανσούζ , 2. ιμανσούζ' Προφορά: ιμανσούζ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) ο χωρίς έλεος, σκληρός
    2) τυρί άπαχο

Παρατηρήσεις - Σχόλια