Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Εκείνε ααόν άντραν ατ’ς ιμανλήσα έν’.
Αρσενικό: Ενικός: ιμανλής Πληθυντικός: ιμανλήδες
Θηλυκό: Ενικός: ιμανλήσα Πληθυντικός: ιμανλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: ιμανλίν Πληθυντικός: ιμανλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.