κρεβατοθήκα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κρεβατοθήκα
Προφορά: κρεβατοθήκα
-
1) μεγάλη ντουλάπα με πόρτες μέσα στον τοίχο για τα στρώματα 2) ντουλάπα όπου την ημέρα τοποθετούσαν τα στρώματα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)