Επιπλέον Ερμηνεία:
επιδεικτικός τρόπος ντυσίματος
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη ulvan
Παραδείγματα:
1) Aγαπώ το γιοσμαλούχ’ κι εσύ ν’ αγαπάς τ’ ιλβάνι.
2) Ασ’ ιλβάν’ κι ανέτερον ’δέν ’κ’ ευτάει.
Ομόρριζα - Παράγωγα:
ιλβανέας (αυτός που επιδεικνύεται με το ντύσιμο)
ιλβανεύκουμαι