Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καφά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καφά Προφορά: καφά
  1. κεφάλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Ένας γιατρός εγόρασεν ένα αθρωπίτικον καφά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια