Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καθίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καθίζω Προφορά: καθίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Αδά ’κί ξέρ’νε σε, σήν Πόλ’ με τα κοσσάρα̤ καθίζ’νε σε. (βάλλω άλλον να καθίσει)
    2) Άντρα θέλω να ’χω καμμία ας μή καθίζω. (κάθομαι, Ιδίωμα: Όφεως)
    3) Καθίζ’ τα κοσσάρα̤ ο λυριτζ̌ής. (ειρωνικά, κοιμίζει)

Παρατηρήσεις - Σχόλια