Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαζανεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαζανεύω Προφορά: γαζανεύω
  1. κερδίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) κερδίζω χρήματα με την εργασία μου
    2) Ίσως η τύχη μ’ βοηθά κι ογώ να γαζανεύω. (αποκτώ χρήματα από λαχνό)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kazanmak

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια