Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κόφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κόφτω Προφορά: κόφτω
  1. κόβω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Θεέ μ' κόψον και δος ατέν τ' εμά τ' ημ'σά τα χρόνα̤. (κόβω)
    2) Κόφτω και ράφτω. (αποφασίζω και κάμνω μόνος)
    3) Έκοψεν ας σο καφενείον. (δε συχνάζει)
    4) Κόφτ' απάν' κρομμύδια. (λέγει υπερβολές)
    5) Κόφτω τα χρόνα̤. (θανατώνω)
    6) Κόφτω την τιμήν. (συμφωνώ)
    7) Τα ξύλα, (το γέννημαν) κόφτ'νε. (αξίζουν)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κόπτω

  2. κόβω, σφάζω, διακόπτω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    έκοψεν το γάλαν

    Παθητική φωνή:
    αλλοιώνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια