Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη katirci
Ιδίωμα: Κρώμνης
Παράδειγμα: Δύ’ γέρ’ κατουρτσ̌ήδες κι Αρμαλόν τρεί’ νομάτ’.
Ενικός: κατουρτσ̌ής Πληθυντικός: κατουρτσ̌ήδες